ἐπιβρύω

ἐπιβρύω
ἐπι-βρύω, übersprudeln, d. i. voll sein; in Fülle hervorsprießen (von Blumen)

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • επιβρύω — ἐπιβρύω (Α) 1. (για νερό) ξεσπάω, αναβρύζω με αφθονία 2. αναδίδω με αφθονία («κάμηλον σκώληξιν ἐπιβρύουσαν») 3. (για άνθη) έχω πλούσια ανθοφορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βρύω «είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης»] …   Dictionary of Greek

  • ἐπιβρύει — ἐπιβρύ̱ει , ἐπιβρύω burst over pres ind mp 2nd sg ἐπιβρύ̱ει , ἐπιβρύω burst over pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιβρύουσαν — ἐπιβρύ̱ουσαν , ἐπιβρύω burst over pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπέβρυσεν — ἐπέβρῡσεν , ἐπιβρύω burst over aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”